μοτοσυκλετιστής

μοτοσυκλετιστής
και μοτοσικλετιστής, ο, θηλ. -ίστρια
οδηγός μοσοσυκλέτας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. motocycliste < γαλλ. motocyclette (πρβλ. μοτοσυκλέτα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”